Αρχή βδομάδας.
Φτιάχνω καφέ.
Βάζω μέσα ξενυχτισμένα τρένα και
ήσυχους λύκους που μουρμουρίζουν για
διχαστικές παύσεις-περιθώρια και
την αφαιρετική αίρεση της ζωής.
Βγάζω τον καφέ στον ήλιο να βράσει.
Ο λύκος ένας απ ΄ τους πολλούς που
έρχονται όταν πεινάνε.Δεν
του δίνω σημασία,ώσπου να βράσει ο καφές
θα ΄χει φύγει σκέφτομαι.
Μέχρι να φύγει όμως με ΄χει κάνει άνω κάτω
μου ρίχνει και τον καφέ κάτω.
Τι κάνετε εσείς εκεί πάνω που φυγατε; γιατί δεν μιλάτε δε μας λέτε πραγματα πως είναι πανω; κρυβεστε; πως είναι εκεί πανω; ποια η κανονική ζωή; εδω; σιγουρα; διαβάζουμε πως φύγατε πεθανατε η κοιμηθηκατε γιατί δεν μιλατε; ποιος σας το απαγορεύει; δεν μας λέτε τι κάνετε ψηλά; Μονό οταν σωπαινεις μαθαίνεις; Ααa._
