Αρχή βδομάδας.
Φτιάχνω καφέ.
Βάζω μέσα ξενυχτισμένα τρένα και
ήσυχους λύκους που μουρμουρίζουν για
διχαστικές παύσεις-περιθώρια και
την αφαιρετική αίρεση της ζωής.
Βγάζω τον καφέ στον ήλιο να βράσει.
Ο λύκος ένας απ ΄ τους πολλούς που
έρχονται όταν πεινάνε.Δεν
του δίνω σημασία,ώσπου να βράσει ο καφές
θα ΄χει φύγει σκέφτομαι.
Μέχρι να φύγει όμως με ΄χει κάνει άνω κάτω
μου ρίχνει και τον καφέ κάτω.
Ο αέρας πλαγιάζει με τα σύννεφα σπρώχνοντας τα πιο πέρα από ότι μπορούσαν να φανταστούν. Η ορμή των κυμάτων αγγαλιάζει με ευλάβεια τους βράχους την ώρα της υπέρβασης. Ο γλυκός πόνος τα μαγνητίζει. Τότε γνωρίζουν. Το δέντρο δεν είναι δέντρο.Η θάλασσα δεν είναι θάλασσα.Ο ουρανός δεν είναι ουρανός.Οι βράχοι δεν είναι βράχοι.Τα κύματα δεν είναι κύματα. Τώρα δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Τίποτα εδώ δεν θα βρεις να ΄ναι ντυμένο,ούτε να σου κρύβεται. Όλα στην φύση είναι γυμνά εκτεθειμένα.
