3 περιστέρια
διάσπαρτα
στο χώμα του δάσους
ξαπλωμένα οριστικά/
κοιμούνται λέω
μα δεν ήταν η ώρα τους ακόμα/
χέρι ανθρώπου η αιτία.
Που ΄ να ναι τώρα αυτά τα χέρια,
μες στην άγνοια τους
όταν θα ΄ ρθει η ώρα ερωτώμενη
γιατί σ ΄ εμένα.
Η δυστυχία να μην βρίσκεις
τις απαντήσεις.
Ανθρώπινο περιστέρι τι νόμιζες
πως όσα δεν σ ΄ έφταναν
τα γλίτωσες κιόλας;
Ο αέρας πλαγιάζει με τα σύννεφα σπρώχνοντας τα πιο πέρα από ότι μπορούσαν να φανταστούν. Η ορμή των κυμάτων αγγαλιάζει με ευλάβεια τους βράχους την ώρα της υπέρβασης. Ο γλυκός πόνος τα μαγνητίζει. Τότε γνωρίζουν. Το δέντρο δεν είναι δέντρο.Η θάλασσα δεν είναι θάλασσα.Ο ουρανός δεν είναι ουρανός.Οι βράχοι δεν είναι βράχοι.Τα κύματα δεν είναι κύματα. Τώρα δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Τίποτα εδώ δεν θα βρεις να ΄ναι ντυμένο,ούτε να σου κρύβεται. Όλα στην φύση είναι γυμνά εκτεθειμένα.
