Περπατώντας στον χωμάτινο δρόμο
σε μια ξεχασμένη λαϊκή συνοικία
(εκεί που συνυπάρχουν
άνθη σε σβησμένους τοίχους
η ελπίδα σε άδειες καρέκλες)
το απλησίαστο βάρος απ'τα πράγματα
που κουβαλούσε εκείνη
γινόταν όλο και πιο βαρύ.
Πράγματα μικρά ή μεγάλα που ' χε κερδίσει
είχε πονέσει είχε χάσει.
Το απλησίαστο βάρος όλο και μεγάλωνε,
κατηφορίζοντας την ίδια στις ίδιες μονόδρομες σκέψεις απελπισίας.
Καθώς χανόταν στην σκόνη του δρόμου
πέρα στα μεγάφωνα της λαϊκής
ακουγόταν ένα παλιό άσμα:
~
Φορέματα παρατημένα
επειδή δεν σ ' άρεσαν
~
σίγουρη πως ήθελες άλλα
~
μπορεί να έχασες όμως κι εσύ ξέχασες
~
Ο αέρας πλαγιάζει με τα σύννεφα σπρώχνοντας τα πιο πέρα από ότι μπορούσαν να φανταστούν. Η ορμή των κυμάτων αγγαλιάζει με ευλάβεια τους βράχους την ώρα της υπέρβασης. Ο γλυκός πόνος τα μαγνητίζει. Τότε γνωρίζουν. Το δέντρο δεν είναι δέντρο.Η θάλασσα δεν είναι θάλασσα.Ο ουρανός δεν είναι ουρανός.Οι βράχοι δεν είναι βράχοι.Τα κύματα δεν είναι κύματα. Τώρα δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Τίποτα εδώ δεν θα βρεις να ΄ναι ντυμένο,ούτε να σου κρύβεται. Όλα στην φύση είναι γυμνά εκτεθειμένα.
