Περπατώντας στον χωμάτινο δρόμο
σε μια ξεχασμένη λαϊκή συνοικία
(εκεί που συνυπάρχουν
άνθη σε σβησμένους τοίχους
η ελπίδα σε άδειες καρέκλες)
το απλησίαστο βάρος απ'τα πράγματα
που κουβαλούσε εκείνη
γινόταν όλο και πιο βαρύ.
Πράγματα μικρά ή μεγάλα που ' χε κερδίσει
είχε πονέσει είχε χάσει.
Το απλησίαστο βάρος όλο και μεγάλωνε,
κατηφορίζοντας την ίδια στις ίδιες μονόδρομες σκέψεις απελπισίας.
Καθώς χανόταν στην σκόνη του δρόμου
πέρα στα μεγάφωνα της λαϊκής
ακουγόταν ένα παλιό άσμα:
~
Φορέματα παρατημένα
επειδή δεν σ ' άρεσαν
~
σίγουρη πως ήθελες άλλα
~
μπορεί να έχασες όμως κι εσύ ξέχασες
~
Τι κάνετε εσείς εκεί πάνω που φυγατε; γιατί δεν μιλάτε δε μας λέτε πραγματα πως είναι πανω; κρυβεστε; πως είναι εκεί πανω; ποια η κανονική ζωή; εδω; σιγουρα; διαβάζουμε πως φύγατε πεθανατε η κοιμηθηκατε γιατί δεν μιλατε; ποιος σας το απαγορεύει; δεν μας λέτε τι κάνετε ψηλά; Μονό οταν σωπαινεις μαθαίνεις; Ααa._
