Κλείνω τα παράθυρα
ευτυχισμένος και πιο κοντός-
στην βρύση που ανοίγει και κλείνει
καθαρίζω τις στάχτες έξω να πλημμυρίσω στον ήλιο
ένα τσιμεντένιο λουλούδι να φιλήσω
χωρίς γλώσσα να μου μιλά
σε χείλη που βγάζουν την ψυχή μου έξω
σε νερομπογιές που συνάντησαν στην θάλασσα
το πρωτογενές πλεόνασμα τους.
Πάω παραπέρα χωρίς ντροπή
με εκτεθειμένη την ψυχή και με γυμνά τα χέρια
σε ο,τι δεν υπάρχει χώνομαι
να την βρω αλλιώτικη
μέσα σε στρατώνες φυλαγμένη-
μια την σιχαίνομαι,μια την λατρεύω
μια την κερδίζω και μια με κερδίζει-
αγάπη- καλαμιές ολούθε
άπλωσες τα πόδια σου σε καυτή άμμο πάνω μου
για να μου αποκαλύψεις τα νέα κρυφά σου στοιχεία
σε ματιές φτωχών,διψασμένων και τυφλών.
Κάποτε έμοιαζες μακρινή
που να 'ξερα πόσο κοντά μου ήσουν.
Τι κάνετε εσείς εκεί πάνω που φυγατε; γιατί δεν μιλάτε δε μας λέτε πραγματα πως είναι πανω; κρυβεστε; πως είναι εκεί πανω; ποια η κανονική ζωή; εδω; σιγουρα; διαβάζουμε πως φύγατε πεθανατε η κοιμηθηκατε γιατί δεν μιλατε; ποιος σας το απαγορεύει; δεν μας λέτε τι κάνετε ψηλά; Μονό οταν σωπαινεις μαθαίνεις; Ααa._
