Κλείνω τα παράθυρα
ευτυχισμένος και πιο κοντός-
στην βρύση που ανοίγει και κλείνει
καθαρίζω τις στάχτες έξω να πλημμυρίσω στον ήλιο
ένα τσιμεντένιο λουλούδι να φιλήσω
χωρίς γλώσσα να μου μιλά
σε χείλη που βγάζουν την ψυχή μου έξω
σε νερομπογιές που συνάντησαν στην θάλασσα
το πρωτογενές πλεόνασμα τους.
Πάω παραπέρα χωρίς ντροπή
με εκτεθειμένη την ψυχή και με γυμνά τα χέρια
σε ο,τι δεν υπάρχει χώνομαι
να την βρω αλλιώτικη
μέσα σε στρατώνες φυλαγμένη-
μια την σιχαίνομαι,μια την λατρεύω
μια την κερδίζω και μια με κερδίζει-
αγάπη- καλαμιές ολούθε
άπλωσες τα πόδια σου σε καυτή άμμο πάνω μου
για να μου αποκαλύψεις τα νέα κρυφά σου στοιχεία
σε ματιές φτωχών,διψασμένων και τυφλών.
Κάποτε έμοιαζες μακρινή
που να 'ξερα πόσο κοντά μου ήσουν.
Ο αέρας πλαγιάζει με τα σύννεφα σπρώχνοντας τα πιο πέρα από ότι μπορούσαν να φανταστούν. Η ορμή των κυμάτων αγγαλιάζει με ευλάβεια τους βράχους την ώρα της υπέρβασης. Ο γλυκός πόνος τα μαγνητίζει. Τότε γνωρίζουν. Το δέντρο δεν είναι δέντρο.Η θάλασσα δεν είναι θάλασσα.Ο ουρανός δεν είναι ουρανός.Οι βράχοι δεν είναι βράχοι.Τα κύματα δεν είναι κύματα. Τώρα δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Τίποτα εδώ δεν θα βρεις να ΄ναι ντυμένο,ούτε να σου κρύβεται. Όλα στην φύση είναι γυμνά εκτεθειμένα.
