γράφω
και οι λέξεις δεν βγαίνουν.
μονάχα κάτι γραμμές
σαν κύματα-ανάσες
πέρα δώθε.
να 'ναι
παλια πετρώματα,
σκάλες μαρμάρινες
ή
ένας αρχαίος πέτρινος
δρόμος δεν βολεύει
να τον περπατήσεις.
το εξετάζω στα χέρια μου.
να 'μαι αρχαιολόγος
δεν νομίζω
δεν πληρώνομαι γι'αυτό
κάνεις δεν με πλήρωσε.
ποιος πάτησε εδώ;
κάνεις;
μονάχα κάτι γραμμές
τις παρατηρώ ξανά.
σαν μάτια
στην προσπάθεια για το χαμόγελο
ή
σαν γραμμές προσώπου
που κρατάνε απέξω
την σιωπή γιατί
κουράστηκαν προς στιγμής
ή
φλυαρούν
ασύστολα στο ψυγείο.
δύσκολο να διακρίνεις.
στο τέλος πιστεύω
θα μου δείξουν την θάλασσα
όχι
όπως την αντιλαμβάνομαι.
λευκές σελίδες στο δεξί μου πόδι
σαν να ξύπνησαν αργά οι λέξεις
ήρθαν όμως χωρίς συνειρμό
Και τις απέρριψα.
δεν έβγαζαν νόημα και
οι πολλές ερωτήσεις
κουράζουν πρώτα εμένα.
τι θα πει
"θα βγεις έξω"
"θα με πάρεις μαζί σου"
που θα με πας δηλαδή;
"τι κρυμμένο κουβαλάς πάνω σου;"
η αρχική εκδοχή της ερώτησης ήταν
"τι κρύβεις από κάτω σου;"
"πες μου...."
και γιατί το άλλαξα
α.