Δεν γνώριζε κανένας από που ήρθε και αν είχε γονείς. Ήταν ένα μυστήριο αυτό το μικρό παιδί. Το χαρακτήριζε όμως μια μεγάλη χαρά και σκανδαλιά. Μια φορά κι έναν καιρό πήρε τα παιχνίδια του και πήγε να παίξει στην μεγάλη αυλή ενός σπιτιού όπου κατοικούσε ένας μοναχικός γέρος. Ο γέρος ήταν από εκείνους που βαριόταν ,δεν ήξερε πια τι να κάνει με την ζωή του. Δεν έβγαινε από το σπίτι και η μόνη του ασχολία ήταν να κάθεται. Όπως κάθε μέρα έτσι κι εκείνη την μέρα ξύπνησε, έφτιαξε τον καφέ του και πήγε να καθίσει στην αγαπημένη του κουνιστή καρέκλα που έβλεπε στο παράθυρο. Περνούσε σχεδόν όλη μέρα εκεί μη κάνοντας στην ουσία τίποτα. Είχε γίνει ένα μαζί της. Το πρωινό εκείνο με το που είδε από το παράθυρο τον μικρό εισβολέα έφριξε. Με ποιο δικαίωμα του είχε παραβιάσει τον ιδιωτικό του χώρο; Εθισμένος όπως ήταν έσυρε την καρέκλα κ πλησίασε το παράθυρο ανοίγοντας το. Σιγά μην σηκωνόταν ο γέρος!! «Ποιός σου είπε ότι έχεις το δικαίωμα να ‘ρθης να παίξεις στην αυλή μου» Φύγε αμέσως» είπε κ...